Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορίες …ταξιδιωτικής τρέλας


του Τάσου Σιδηρόπουλου



Όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό αεροπορικώς έχω ένα μόνιμο άγχος, το άγχος της βαλίτσας. Θα την δω άραγε πάνω στον κυλιόμενο διάδρομο και ειδικά αν έχω αλλάξει δύο ή περισσότερα αεροπλάνα;
Το άγχος αυτό το απέκτησα γιατί την έχω πατήσει αρκετές φορές, όπως φαντάζομαι και άλλοι ταξιδιώτες. 
Γενικά υπάρχουν δύο περιπτώσεις. Να το πάθεις στην επιστροφή λες, δε βαριέσαι, πάω σπίτι μου και κάποια στιγμή θα έρθει κι αυτή. Να το πάθεις όμως στην αρχή του ταξιδιού,  φρίκη!
Τέλος πάντων, παρέα με το άγχος μου στο τελευταίο επαγγελματικό μου ταξίδι, ένα βράδυ στη Λισαβόνα ώρα 10:30 περίπου, περιμένω τη βαλίτσα μου μετά από πτήση που είχε αλλαγή αεροπλάνου. Στον κυλιόμενο διάδρομο λοιπόν - που μου φέρνει άγχος - οι βαλίτσες πηγαινοερχόντουσαν αλλά η δική μου και του Αντώνη του συνταξιδιώτη μου πουθενά. Κι όλο έλεγα νάτη, την είδα, αλλά έπεφτα έξω.

«Ρε συ Αντώνη συνέχεια βάζω στόχο να αγοράσω μια χρωματιστή βαλίτσα, κάτι σε πορτοκαλί, για να την ξεχωρίζω εύκολα στο διάδρομο, αλλά πάντα το αμελώ.»
Τελικά οι βαλίτσες ύστερα από μισή ώρα αγωνίας ήρθαν σώες και αβλαβείς!
«Τάσο, δεν θα φύγουμε αμέσως για το ξενοδοχείο αλλά θα κάνω κάνα δύο τσιγάρα έξω», μου λέει ο Αντώνης.
«Και  δεν κάνεις και πέντε, αφού ήρθαν οι βαλίτσες!»
Κόντεψε να κάνει ένα πακέτο γιατί η ουρά για τα ταξί ήταν πεντακόσια μέτρα. Μετά από άλλη μισή ώρα - κατά τις 11:30 - επιτέλους μπήκαμε σε ένα, λέμε τη διεύθυνση στον ταξιτζή και σφαίρα για το ξενοδοχείο.
Η οδήγησή του συμβάδιζε με τη σφοδρή επιθυμία μας για ένα ζεστό μπάνιο και ξεκούραση ύστερα από το πολύωρο ταξίδι. Κλειστές – ανοιχτές στροφές, η πόλη να χάνεται πίσω μας σαν αστραπή και τέλος να τρανταζόμαστε στα, γραφικά κατά τα άλλα, καλντερίμια της παλιάς πόλης που φαντάζομαι όμως ότι έχουν ακριβό τίμημα για τους οδηγούς που θα πρέπει να αλλάζουν συχνά λάστιχα και αμορτισέρ.
Κάπου κατά τις 12 τα μεσάνυχτα ο ταξιτζής κόβει ταχύτητα και σταματάει σε έναν ημιφωτιζόμενο δρόμο και μας λέει:
«Εδώ είμαστε!»
Κοιταζόμαστε με τον Αντώνη, βγαίνουμε από το ταξί και πριν πάρουμε τις βαλίτσες από το πόρτ-μπαγκάζ  ρίχνω μια ματιά στον τοίχο του υποτιθέμενου ξενοδοχείου. Όντως υπήρχε πινακίδα. Ωραία φτάσαμε!
Με το που φεύγει το ταξί πλησιάζουμε την είσοδο του ξενοδοχείου, επιχειρούμε να ανοίξουμε την πόρτα, αλλά δεν ανοίγει. Δεξιά – αριστερά του κτιρίου τίποτε. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένα θυροτηλέφωνο με ένα πληκτρολόγιο και ένα πράσινο κουμπί. Χτυπάω το κουμπί μια, δύο τρεις φορές, τίποτα! Στην τέταρτη ακούγεται μια αντρική φωνή στα Πορτογαλικά. Φαντάζομαι θα ρώτησε ποιος είναι ή τι θέλετε ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων. Του απαντώ στα αγγλικά, ότι είμαι ο τάδε και ότι έχω κάνει κράτηση δύο δωμάτια για τρεις βραδιές. Του λέω και τον κωδικό κράτησης. Σιγή ασυρμάτου από την άλλη άκρη του θυροτηλεφώνου. Επαναλαμβάνω τα στοιχεία της κράτησης και μου λέει τότε σε κάτι από Αγγλοπορτογαλικά:
«Δεν υπάρχει καμία κράτηση μ’ αυτά τα στοιχεία!»
«Μα πώς είναι δυνατόν και μάλιστα όταν τα δωμάτια έχουν ήδη προπληρωθεί!», του λέω.
Αυτός το βιολί του:
«Δεν υπάρχει κράτηση σερ!»
και το σερ να το σέρνει λίγο σα να είχε πέντε ρ μαζί.
Εγώ να συνεχίζω χάνοντας σταδιακά την υπομονή μου ότι έχω και επιβεβαίωση του πράκτορα για την κράτηση και να κατέβει να του την δώσω. Το μόνο που έκανα τελικά ήταν να μιλάω σε ένα κουμπί και στο τέλος να απειλώ το κουμπί ότι θα πάω στην αστυνομία! Από μέσα μου βέβαια έλεγα ότι η αστυνομία τη συγκεκριμένη ώρα το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να μας βολέψει στο κρατητήριο για να βγάλουμε τη νύχτα.
Και για συμπληρωθεί η άκρως σουρεαλιστική κατάσταση με τους δυο μας με τις βαλίτσες ανά χείρας να μιλάμε σε ένα κουμπί τα μεσάνυχτα και να μην βγάζουμε άκρη, στα πενήντα μέτρα του ημιφωτιζόμενου δρόμου φωνές, κακό! Να πλακώνονται στο ξύλο δύο μεθυσμένοι και άλλοι πέντε να τους κοιτάζουν, ώσπου ο ηττημένος μονολογώντας ακατάληπτα πέρασε τρεκλίζοντας από μπροστά μας γυμνός από τη μέση και πάνω κοιτάζοντάς μας με μοχθηρία! Αυτό μας έλειπε τώρα, να μπλέξουμε και σε καυγά!
Παίρνουμε λοιπόν τις βαλίτσες μας και προχωράμε παραδίπλα σε ένα ξέφωτο, όπου παρά το περασμένο της ώρας υπήρχε κάτι σαν καφενείο. Η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας αλλά έπρεπε να σκεφτούμε τι θα κάνουμε και μάλιστα άμεσα γιατί η ώρα ήταν ήδη 12:30. Τότε ο Αντώνης είχε τη φαεινή ιδέα:
«Δεν τηλεφωνούμε στο ταξιδιωτικό γραφείο;»
«Σιγά μην απαντήσει τέτοια ώρα» του λέω.
«Ε,  δεν έχουμε να χάσουμε και τίποτα» λέει ο Αντώνης.
Καλεί λοιπόν με το κινητό του το ταξιδιωτικό γραφείο, σιγά μην απαντούσε κάποιος!
«Για νέες κρατήσεις πατήστε 1, για ερωτήσεις πελατών πατήστε 2 και πάει λέγοντας και στο τέλος, όλοι οι υπάλληλοι είναι απασχολημένοι, καλέστε αργότερα.»
Πόσο αργότερα, το πρωί;
Βλέποντάς μας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ένας νεαρός που βοηθούσε στο καφενείο μας ρώτησε τι συμβαίνει και τι θα θέλαμε. Εμείς είχαμε ήδη πάρει την απόφασή μας να ψάξουμε για νέο ξενοδοχείο και για το προηγούμενο θα βλέπαμε τι θα κάναμε, τουλάχιστον για τα χρήματα που προπληρώσαμε. Τώρα το επείγον ήταν να κοιμηθούμε και να πάμε κατά το δυνατόν ξεκούραστοι την άλλη μέρα το πρωί στη συνάντηση.
Σημαντική πληροφορία που παρέλειψα: Τις μέρες εκείνες σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία είχαν πληρότητα 100% γιατί από διαβολική σύμπτωση σε ολόκληρη τη Λισαβόνα είχε συνέδρια για διάφορα ζητήματα - από ιατρικά έως οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς με προσκεκλημένους απ’ όλο τον κόσμο - πράγμα που δεν μας έκανε και ιδιαίτερα αισιόδοξους για το εγχείρημά μας. Όμως δεν έπρεπε να πέσουμε αμαχητί. Κι όταν λέω να πέσουμε εννοώ σε κανένα παγκάκι για ύπνο.
Ο νεαρός σε λίγη ώρα σταμάτησε ένα ταξί κάτι του είπε, προφανώς ότι αυτοί οι δύο φουκαράδες ψάχνουν ξενοδοχείο να μείνουν και πήγαινέ τους σε κάποιο. Με προθυμία μπήκαμε στο ταξί, έχοντας βέβαια μια μικρή δυσπιστία για το τι ακριβώς συνεννοήθηκαν. Εν πάσει περιπτώσει, ο ταξιτζής αποδείχθηκε πολύ εντάξει, αποκτώντας και αυτός αμέσως το άγχος να μας τακτοποιήσει σε ξενοδοχείο.
«Φθηνό ψάχνετε ή ακριβό;»
«Μάλλον φτηνό» λέω. Μην μας βγει κι ο κούκος αηδόνι!
Ο.Κ. απαντάει κι αρχίζει το έργο «Λισαβόνα by night». Να ψάχνει γύρω από το κέντρο σε όλα τα καταγώγια, κάνοντάς μας κάθε φορά που κατέβαινε και ρωτούσε να παρακαλάμε να μην έβρισκε!
Ο Αντώνης επιχειρεί ξανά να πετύχει το ταξιδιωτικό γραφείο και ως εκ θαύματος μετά από δέκα φορές περίπου απαντά μια αντρική φωνή!
Τους περιγράφω ακριβώς το πρόβλημα. Βρίσκουν στα αρχεία τους ότι όντως έγινε η κράτηση και πληρώθηκαν τα δωμάτια και μου ζητούν είκοσι λεπτά περιθώριο για να το ψάξουν με το ξενοδοχείο για να δουν τι ακριβώς συνέβη.
«Κύριέ μου βιαστείτε σας παρακαλώ γιατί είμαστε ήδη σε ταξί και ψάχνουμε ξενοδοχείο» του λέω.
«Ο.Κ. σε είκοσι λεπτά περίπου θα σας πάρω πίσω».
Λέω στον ταξιτζή να σταματήσει για λίγο το ψάξιμο μπας και έχουμε κανένα ευχάριστο τηλεφώνημα από την ταξιδιωτική εταιρία, τα καταγώγια μπορούν να περιμένουν. Κάποια στιγμή το τηλέφωνο χτύπησε και αυτή τη φορά μια γυναικεία φωνή μου λέει.
«Κύριε όντως δεν υπάρχουν δωμάτια στο ξενοδοχείο που κλείσατε, τι θα θέλατε: να σας βρούμε άλλο ξενοδοχείο ή να σας επιστρέψουμε τα χρήματα;» 
 «Κυρία μου να κοιμηθούμε θέλουμε, αλλά αφού το πάτε έτσι αφήστε να βρω εγώ το ξενοδοχείο και να μου επιστρέψετε τα χρήματα» και της κλείνω το τηλέφωνο εκτός εαυτού, έντονα δυσαρεστημένος για τη συμπεριφορά τους και φυσικά δύσπιστος στο ότι αυτοί θα μπορούσαν να μας βρουν λύση από την Ελβετία τη στιγμή που εμείς βρισκόμενοι επί του πεδίου δεν μπορούσαμε.
Ψιλοκαταλαβαίνει ο ταξιτζής τι γίνεται και μου λέει:
«Να συνεχίσουμε το ψάξιμο;»
«Ναι αλλά όχι σε φτηνά σε παρακαλώ, ας ψάξουμε σε κάτι καλύτερο.»
Ακολουθεί λοιπόν δεύτερο «Λισαβόνα by night» ψάχνοντας για κάπως πιο αξιοπρεπή ξενοδοχεία.
Μετά από ταυτόχρονο σκανάρισμα στο GPS του ο ταξιτζής βγάζει ένα επιφώνημα χαράς και γκαζώνει προς μια από τις κατευθύνσεις που μπορεί να πήγαμε ήδη τέσσερις – πέντε φορές κατά τη βραδινή μας περιπολία. Όπα λέμε, κάτι βρήκε. Πράγματι μετά από 10 λεπτά, ενώ η ώρα είχε πάει ήδη 2 παρά, φτάνουμε σε μια ωραία γειτονιά μπροστά από ένα ξενοδοχείο που φαινόταν όντως πολύ καλό.
Τέλειωσαν τα βάσανά μας είπαμε! Πρώτος πήγε ο ταξιτζής και τον ακολούθησα εγώ, αλλά γρήγορα απογοητευτήκαμε. Μάλλον βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπέρασμα! Δυστυχώς κι αυτό το ξενοδοχείο ήταν πλήρες λόγω των πολλών συνεδρίων. Η τελευταία ελπίδα πριν το παγκάκι έσβησε.
Εκεί που βγαίναμε με τον ταξιτζή από τη reception του ξενοδοχείου με φωνάζει ο Αντώνης:
«Τάσο στο τηλέφωνο από την ταξιδιωτική εταιρεία.»
 Έπρεπε να μιλήσω εγώ μαζί τους για να υπάρχει μια συνέχεια στην όλη διαδικασία της επικοινωνίας, από τη φάση ακόμη της κράτησης των δωματίων που την επιχείρησα εγώ. 
Τρέχω και αρπάζω το κινητό του Αντώνη.
«Παρακαλώ;»
«Κύριε, σας βρήκαμε άλλο ξενοδοχείο στο οποίο μπορείτε να πάτε αν θέλετε τώρα και να μείνετε για το διάστημα που κλείσατε χωρίς επιπλέον επιβάρυνση!»
Από τη χαρά και από την εξάντληση δεν μπορούσα να δώσω τα στοιχεία του ξενοδοχείου, το όνομα και τη διεύθυνση δηλαδή, στον ταξιτζή. Του έλεγα τα γράμματα ένα-ένα αναμεταδίδοντας τα λεγόμενα της υπαλλήλου του ταξιδιωτικού γραφείου, μάλλον αυτής που μάλωσα στην προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία μας. Στην κυριολεξία δεν ρώτησα ούτε πώς δημιουργήθηκε το πρόβλημα ούτε ποιος έφτεγε.
Σε δύο ώρες μετά τις κλειστές πόρτες που συναντήσαμε στο πρώτο ξενοδοχείο και μετά από απίστευτη περιπέτεια μέσα στη νύχτα ήμασταν επιτέλους στα δωμάτιά μας!
Η Λισαβόνα δοκίμασε την υπομονή και την αντοχή μας και μας αποζημίωσε με μια επιτυχημένη επαγγελματική συνάντηση και την ιδιαίτερη ομορφιά της. … και φυσικά τα φθηνά ταξί!
Βέβαια τώρα πλέον στο άγχος της χαμένης βαλίτσας προστέθηκε κι αυτό του ανύπαρκτου ξενοδοχείου, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα…

Υ.Γ. Τα γεγονότα της ιστορίας είναι αληθινά και τα πρόσωπα πραγματικά!