Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Το Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας ως εργαλείο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων της περιοχής

του Τάσου Σιδηρόπουλου, Οικονομολόγου - Διευθυντή Προγραμμάτων της ΑΝΚΟ

Αποτελεί κοινή πεποίθηση, εξαιρουμένων όσων διακατέχονται από ιδεοληψίες διαφόρων τύπων, ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης μόνο με την ενδυνάμωση του παραγωγικού συστήματος και συγκεκριμένα με την άνθιση κρίσιμης μάζας βιώσιμων επιχειρήσεων, κυρίως εξαγωγικού χαρακτήρα.
Από το σημείο όμως αυτό και μετά ξεκινά το τραγικό λάθος ως προς το πώς αντιλαμβάνονται οι ασκούντες αναπτυξιακή πολιτική τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και κατά συνέπεια των πολιτικών και των μέτρων που θα πρέπει να λαμβάνονται.
Και ποιο είναι το λάθος; …ότι προκειμένου να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων θα πρέπει να συμπιεστεί το εργατικό κόστος με αποτέλεσμα τη μείωση των λειτουργικών δαπανών, την αύξηση του περιθωρίου κέρδους και στη συνέχεια τη δυνατότητα άσκησης επιθετικής τιμολογιακής πολιτικής με μείωση των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών και την κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς.
Είναι όμως αυτή η μέθοδος αποτελεσματική;
Μάλλον όχι, γιατί πρόκειται για πολιτικές που είχαν αποτέλεσμα σε προηγούμενες εποχές, όταν το οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν τόσο πολύπλοκο και η ανάπτυξη της γνώσης, της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών έτρεχε με ρυθμούς χελώνας. Στις μέρες μας μάλλον πρόσκαιρο αποτέλεσμα στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων έχουν, ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα βυθίζουν τις επιχειρήσεις αλλά και το σύνολο των περιοχών που δραστηριοποιούνται σε μαρασμό, λόγω αφ’ ενός του μη εκσυγχρονισμού των παραγωγικών μονάδων και του γενικότερου περιβάλλοντος λειτουργίας τους και αφ’ ετέρου λόγω της μείωσης του διαθεσίμου εισοδήματος των εργαζομένων και των οικογενειών τους.
Τρανταχτό παράδειγμα ανταγωνιστικής οικονομίας με ισχυρές επιχειρήσεις η Γερμανία, όπως και άλλες προηγμένες οικονομικά χώρες, οι οποίες στηρίζουν την σταθερά υψηλή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών τους σε πρακτικές εκτός της συρρίκνωσης του εργατικού κόστους.
Επομένως, αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν θετικά την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, όπως:
·         στην μακροοικονομική και πολιτική σταθερότητα για να ξέρουν οι επιχειρηματίες τι τους ξημερώνει. Εδώ εντάσσεται το περίφημο σταθερό και δίκαιο φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα που στην περίπτωσή μας αλλάζει συνεχώς κατά το δοκούν, αλλά και το φιλικό προς την επιχειρηματικότητα κράτος,
·         στις ικανές επιχειρηματικές υποδομές για την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων και την ορθολογική κατά περίπτωση επανεγκατάσταση των παλιών,
·         στις σύγχρονες διοικητικές πρακτικές και πολιτικές κινήτρων που έχουν ως προτεραιότητα τη διασύνδεση των αμοιβών με την παραγωγικότητα,
·         στη συνεχή εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού σε νέες πρακτικές και τεχνολογίες,
·         στην προώθηση των καθέτων και οριζοντίων συνεργασιών μεταξύ των επιχειρήσεων, ούτως ώστε να διευκολύνονται σημαντικά στην υιοθέτηση καινοτομιών και νέων τεχνολογιών
·         και αφήνω ως τελευταίο παράγοντα που συνδέεται και με την κεντρική ιδέα του άρθρου, στη διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για βελτίωση της ρευστότητάς τους σε επενδυτικά κεφάλαια αλλά και σε κεφάλαια κίνησης.
Είναι αλήθεια ότι την τελευταία οκταετία που η χώρα μας στροβιλίζεται στη δίνη της οικονομικής κρίσης, το μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκε η επιχειρηματική κοινότητα με χιλιάδες παραγωγικές μονάδες να βάζουν λουκέτο και αυτό να έχει ως άμεση συνέπεια την πρωτοφανή αύξηση της ανεργίας και του σοβαρού κοινωνικού αντικτύπου που είχε.
Μια από τις σημαντικότερες αιτίες του μαρασμού της επιχειρηματικής κοινότητας ήταν η αδυναμία πρόσβασης των μικρομεσαίων κυρίως επιχειρήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεδομένου ότι οι τράπεζες, όντας και οι ίδιες επιχειρηματικές μονάδες, είχαν να αντιμετωπίσουν με τη σειρά τους τα δικά τους ζητήματα βιωσιμότητας, λειτουργώντας στο πλαίσιο του ενιαίου ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Επομένως, θα πρέπει συνεχώς να αναζητούνται εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδοτικής ενίσχυσης των επιχειρήσεων, οι οποίοι ήδη από προηγούμενα προγραμματικά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν γνωστοί, βέβαια με ισχνή έως μηδενική αξιοποίησή τους στη χώρα μας.  
Τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου (venture capitals), τα κεφάλαια σποράς (seed capitals), οι επιχειρηματικοί άγγελοι (business angels), και πιο πρόσφατα τα ανακυκλούμενα κεφάλαια μέσω προγραμμάτων όπως το Jessica, το Jeremie αλλά και τα διάφορα προϊόντα εγγυήσεων δανείων των τραπεζών, είναι μερικά από τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, που από δω και στο εξής θα αντικαθιστούν σταδιακά τις κλασσικού τύπου χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων μέσω επιχορηγήσεων.
Η ανακοίνωση της σύστασης του Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας (Τ.Α.ΔΥ.Μ) κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και φιλοδοξεί να αποτελέσει το πρώτο καλάθι ανακυκλούμενων πόρων σε περιφερειακό επίπεδο στην Ελλάδα και πιλότο για ανάλογα εγχειρήματα και σε άλλες περιφέρειες.
Το Τ.Α.ΔΥ.Μ, το οποίο φαίνεται ότι αγκαλιάζεται από το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου της περιοχής, είναι το επιστέγασμα της συνεργασίας της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και των Επιμελητηρίων Κοζάνης και Φλώρινας με το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (ΕΤΕΑΝ) και την υποστήριξη της πολιτείας.
Οι πόροι του Τ.Α.ΔΥ.Μ., εθνικοί και τοπικοί (Τοπικός Πόρος) θα έρθουν να καλύψουν ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της περιοχής παρέχοντας εγγυήσεις για δάνεια, μικροδάνεια, εγγυητικές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης, για ρύθμιση οφειλών κ.λπ., προκειμένου αυτές αφ’ ενός να μπορούν να λειτουργήσουν με ευνοϊκότερες συνθήκες και αφ’ ετέρου να αξιοποιήσουν τα χρηματοδοτικά προγράμματα της νέας προγραμματικής περιόδου που ήδη τρέχει.
Επειδή όμως κάθε επίτευγμα έχει και την ιστορία του, καλό θα ήταν να αναφερθεί ο ρόλος της Αναπτυξιακής Δυτικής Μακεδονίας – ΑΝΚΟ στο όλο εγχείρημα, που ναι μεν στην παρούσα φάση είχε τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου, αλλά την συγκεκριμένη προσπάθεια την ξεκίνησε εδώ και χρόνια βάζοντας ιδέες και προτείνοντας την ωρίμανσή της στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως αναπτυξιακού μηχανισμού στα διάφορα προγραμματικά έγγραφα και κυρίως μέσω του Ειδικού Αναπτυξιακού Προγράμματος (ΕΑΠ) της Περιοχής που χρηματοδοτείται από τον Τοπικό Πόρο Ανάπτυξης.
Η πρώτη αναφορά γίνεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ την περίοδο 2002 – 2006, όπου στο τεχνικό δελτίο στήριξης των ιδιωτικών επενδύσεων αναφέρεται σχετικά: «…θα γίνει επίσης προσπάθεια δημιουργίας νέων χρηματοοικονομικών μηχανισμών στην περιοχή…»  
Ακολούθησε το αντίστοιχο επιχειρησιακό πρόγραμμα της περιόδου 2007 – 2013, το οποίο στο τεχνικό δελτίο στήριξης των ιδιωτικών επενδύσεων με έμφαση στις νέες τεχνολογίες και την καινοτομία αναφέρει στις ενδεικτικές δράσεις: «Νέα μέσα χρηματοδοτικής τεχνικής (μικροπιστώσεις, Venture Capital κ.λπ.)».
Τέλος, στο πλαίσιο του τελευταίου επιχειρησιακού προγράμματος του ΕΑΠ (2012 – 2016) και στο τεχνικό δελτίο στήριξης των ιδιωτικών επενδύσεων με έμφαση στις νέες τεχνολογίες, στην καινοτομία, στην κοινωνική οικονομία και την εξωστρέφεια αναφέρεται εκ νέου στις ενδεικτικές δράσεις: «Νέος χρηματοοικονομικός μηχανισμός – Αμοιβαίο Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Α.Κ.Ε.Σ.)».
Το ότι άργησε να υλοποιηθεί η αρχική ιδέα ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν πολύ νωρίς για ανάλογες καινοτομίες αλλά και επειδή το σύστημα των επιχορηγήσεων και των δανείων καλά κρατούσε. Και μετά ήρθε η κρίση και η ιδέα έγινε περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.   
Δεκαπενταετής ωρίμανση επομένως μιας ιδέας οδήγησε στη δημιουργία του Τ.Α.ΔΥ.Μ. και δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τη ρήση του Βίκτωρα Ουγκώ:

…τίποτε δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα που έχει έρθει η ώρα της…