Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Μια σύντομη ματιά στo παραγωγικό πρότυπο της Δυτικής Μακεδονίας

Η Δυτική Μακεδονία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση περιφέρειας της Ελλάδας με έντονες αντιθέσεις ως προς τα δεδομένα της οικονομίας της. Από τη μια πλευρά χαρακτηρίζεται ως «πλούσια» περιφέρεια και από την άλλη έχει σταθερά ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας της χώρας.
Είναι από τις περιπτώσεις που θα έλεγε κανείς ότι οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Ή μήπως τη λένε; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν εν συντομία να σκιαγραφήσουμε το παραγωγικό σύστημα της περιοχής.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ έτους 2013, επί συνόλου 58 διοικητικών ενοτήτων Νομαρχιακού επιπέδου, οι νομοί Κοζάνης και Φλώρινας κατατάσσονται 10ος  και 12ος αντίστοιχα ως προς το κατά κεφαλή Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ενώ οι νομοί Καστοριάς και Γρεβενών 43ος και 55ος, τη στιγμή που η Δυτική Μακεδονία στο σύνολό της είναι 3η σε επίπεδο Περιφερειών της χώρας.  

Περιοχή
Κατά κεφαλή ΑΕΠ (σε €)
% επί του μέσου όρου της χώρας
Σειρά κατάταξης
Νομός Κοζάνης
17.775
108,0
10
Νομός Φλώρινας
17.081
103,8
12
Νομός Καστοριάς
11.438
69,5
43
Νομός Γρεβενών
9.945
60,5
55
Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας
15.652
95,1
3
Σύνολο Χώρας
16.451



Έχουμε λοιπόν εδώ μια πρώτη ενδοπεριφερειακή ανισότητα μεταξύ των διπόλων Κοζάνης – Φλώρινας και Καστοριάς – Γρεβενών, που όμως σε επίπεδο αριθμών αποσβένεται από το γεγονός της εμφανιζόμενης ως «πλούσιας και ευημερούσας» Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εν τω μεταξύ υστερεί μόνο σε σχέση με την Αττική και το Νότιο Αιγαίο!
 Κάνοντας ένα βήμα παραπάνω για να δούμε που οφείλεται αυτή η ανισότητα, πηγαίνουμε στην πηγή και εξετάζουμε από πού προέρχεται το παραγόμενο προϊόν της Περιφέρειας και του κάθε νομού χωριστά. Στον πίνακα που ακολουθεί αποτυπώνεται το παραγωγικό σύστημα της περιοχής:


Από την ερμηνεία των στοιχείων του πίνακα προκύπτει σαφέστατα η αιτία της ενδοπεριφερειακής αυτής ανισότητα – τουλάχιστον σε επίπεδο αριθμών.
Οι Νομοί Κοζάνης και Φλώρινας, οι οποίοι έχουν και το συντριπτικά υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ, έχουν άμεση εξάρτηση από την ενέργεια, δεδομένου ότι σύμφωνα με στοιχεία του 2013 ο τομέας αυτός συμβάλλει κατά 54,72% και 36,47% αντίστοιχα στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία των δύο νομών.
Αντίθετα, ο Νομός Καστοριάς στο παραγόμενο προϊόν της οποίας η μεταποίηση και συγκεκριμένα ο τομέας της γούνας συμβάλλει κατά 13,72% και ο Νομός Γρεβενών με το υπερμέγεθες ποσοστό του τριτογενή τομέα (85.14%) υστερούν σημαντικά στο κατά κεφαλή ΑΕΠ, γεγονός που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην χαμηλή παραγωγικότητα και τα προβλήματα των συγκεκριμένων κλάδων και την αδυναμία τους να διαμορφώσουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες.
Η εικόνα όμως της «ευημερίας» όπως παρουσιάζεται μέσω του δείκτη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για τους Νομούς Κοζάνης και Φλώρινας εξανεμίζεται αν εξετάσουμε τα στοιχεία της ανεργίας των περιοχών. Σύμφωνα λοιπόν με διαθέσιμα στοιχεία του έτους 2011 (που προφανώς σήμερα είναι ακόμη χειρότερα λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης), τα ποσοστά ανεργίας στο σύνολο της Δυτικής Μακεδονίας και σε κάθε Νομό χωριστά είναι ιδιαίτερα υψηλά – άνω του 20% - χωρίς πολλές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους νομών.
                    


Επομένως, με λίγα λόγια, η ευημερία των αριθμών δεν έχει τον ανάλογο αντίκτυπο στην κοινωνία των «πλουσίων» περιοχών Κοζάνης και Φλώρινας, αντίθετα χτυπά το καμπανάκι για επιδείνωση της κατάστασης εάν δεν αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της Δυτικής Μακεδονίας στο σύνολό του.
Στην άποψη αυτή συνηγορούν οι εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα με τη φθίνουσα πορεία της λιγνιτικής παραγωγής και τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή που μπορεί να φέρουν σε μεγαλύτερο αδιέξοδο την περιοχή στο σύνολό της. Άλλωστε όταν ο βασικός οικονομικός κλάδος - αιμοδότης καταρρεύσει, το αποτέλεσμα θα είναι να καταρρεύσει το συνολικό κοινωνικοοικονομικό οικοδόμημα της περιοχής. Τα παραδείγματα από την διεθνή εμπειρία δεν είναι λίγα.

Για να μπορέσει να επιβιώσει η περιοχή θα πρέπει να βρει απαντήσεις σε δύο σημαντικές προκλήσεις:

§  Η πρώτη πρόκληση αφορά στο πλαίσιο του ενεργειακού τομέα την παράλληλη ανάπτυξη βιώσιμων
εναλλακτικών ενεργειακών δραστηριοτήτων που να τον συμπληρώσουν και να τον καθιστούν περισσότερο ανταγωνιστικό εν όψει των εξελίξεων που τρέχουν. Με τον τρόπο αυτό κεφαλαιοποιείται η πολύχρονη εμπειρία και η τεχνογνωσία του ανθρώπινου δυναμικού και εξασφαλίζεται για την περιοχή η διατήρηση του ενεργειακού της χαρακτήρα. Απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση της περιοχής σε Κέντρο Αριστείας στην Ενέργεια.  Κάτι το οποίο δικαιούται η περιοχή και θα πρέπει να στηριχθεί σε κεντρικό επίπεδο αφού η υπόθεση της εξόρυξης του λιγνίτη και της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι υπερπεριφερειακή δραστηριότητα και επομένως εθνική υπόθεση, ξεπερνώντας τα διοικητικά και γεωγραφικά όρια της Δυτικής Μακεδονίας.

§  Η δεύτερη πρόκληση επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της υψηλής διαρθρωτικής ανεργίας που επιμένει, από την προ κρίσης εποχή, σε όλη την Περιφέρεια. Η λύση εντοπίζεται στην έμπρακτη
στήριξη της επιχειρηματικότητας με την προώθηση της ανάπτυξης κλάδων και δραστηριοτήτων υψηλής παραγωγικότητας με στοιχεία καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας, οι οποίοι να διαμορφώνουν πολλαπλασιαστές εισοδήματος και απασχόλησης ικανούς, προκειμένου να διαχέεται το αναπτυξιακό αποτύπωμα στο σύνολο της τοπικής οικονομίας. Η καθετοποιημένη ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα με την παραγωγή ποιοτικών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και την μεταποίησή τους σε αυξημένης προστιθέμενης αξίας τελικά προϊόντα σε συνδυασμό με την συστηματική και επαρκώς στοχοθετημένη αξιοποίηση των πλούσιων τουριστικών και πολιτιστικών πόρων της περιοχής μπορούν να δώσουν λύση στα μακροοικονομικά προβλήματα και τις ενδοπεριφερειακές ανισότητες που υπάρχουν.


Κι όλα αυτά να γίνουν «χθες» πριν το αύριο είναι αργά…