Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Ανεργία στη Δυτική Μακεδονία

«Ήτανε στραβό το κλήμα τό ’φαγε κι ο γάιδαρος…»
Δεν θα μπορούσε καλύτερα να αποτυπωθεί με απλούστερα λόγια το φαινόμενο της ανεργίας που ταλανίζει την Περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης που μπήκαμε ως χώρα, με αβέβαιο το πότε θα βγούμε.
Κι αυτό γιατί τα ποσοστά της ανεργίας κατά την τελευταία εικοσαετία ήταν πάντοτε υψηλότερα από τον μέσο όρο της χώρας και τις περισσότερες φορές την κατέτασσαν στην πρώτη θέση μεταξύ των άλλων περιφερειών. Βέβαια τα ποσοστά αυτά εκτινάχθηκαν στα ύψη με το που εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση.
Είναι χαρακτηριστική η εικόνα αυτή από τον πίνακα και το διάγραμμα που ακολουθούν:


                                 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ


Η κατάσταση βέβαια είναι πιο απογοητευτική αν δούμε τα επιμέρους ποσοστά ανεργίας ειδικών ομάδων πληθυσμού όπως οι νέοι (72,5% για το 2012!), οι γυναίκες, οι μακροχρόνια άνεργοι κλπ.
Επομένως, η ανεργία στη Δυτική Μακεδονία ως κοινωνικο-οικονομικό μέγεθος θα πρέπει να εξεταστεί όχι μεμονωμένα, αλλά ως αποτέλεσμα της συνολικής παραγωγικής – οικονομικής δομής της περιοχής.
Ποια λοιπόν είναι τα γενεσιουργά αίτια της ανεργίας, που παρ’ όλα τα Περιφερειακά - και όχι μόνο - Προγράμματα που υλοποιήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφεραν να την μειώσουν, ούτε καν να την τιθασεύσουν;
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό καλό θα ήταν να ρίξουμε μια ματιά στα βασικά είδη της ανεργίας.
Διαρθρωτική ανεργία: Υπάρχει όταν σε μια οικονομία οι άνεργοι δεν μπορούν να απασχοληθούν στις υπάρχουσες κενές θέσεις, επειδή δεν έχουν τα κατάλληλα προσόντα για να καλύψουν τις ανάγκες που απαιτούνται. Το είδος αυτό της ανεργίας οφείλεται αφενός σε μεταβολές της τεχνολογίας που δημιουργούν ζήτηση για νέα επαγγέλματα και οδηγούν στα αζήτητα υφιστάμενες ειδικότητες και αφετέρου στην αύξηση ή στη μείωση της ζήτησης των προϊόντων και υπηρεσιών.
Επομένως, καταλαβαίνουμε ότι η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από την αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων - επαγγελμάτων. Για να αντιμετωπιστεί προφανώς απαιτείται η επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις – ικανότητες στις οποίες υπάρχει έλλειψη και ο γενικότερος αναπροσανατολισμός της εκπαίδευσης στις νέες ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Ανεργία τριβής: Είναι εκείνη η μορφή ανεργίας κατά την οποία η αγορά εργασίας αδυνατεί να απορροφήσει άμεσα ανέργους που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα και την κατάλληλη επαγγελματική εξειδίκευση, παρότι υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας. Οφείλεται κατά βάση στην αδυναμία των ανέργων να εντοπίζουν τις κενές θέσεις και στην αδυναμία των επιχειρήσεων να εντοπίσουν τους ανέργους, το οποίο μπορεί να είναι είτε αποτέλεσμα γεωγραφικής απόστασης είτε έλλειψης αποτελεσματικού συστήματος πληροφόρησης που να φέρνει σε επαφή τους ανέργους με τις επιχειρήσεις που έχουν κενές θέσεις εργασίας.
Ανεργία ανεπαρκούς ζήτησης ή κυκλική ανεργία: Είναι αποτέλεσμα της πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας κατά τη φάση της καθόδου και της ύφεσης του οικονομικού κύκλου. Όταν δηλαδή έχουμε επιβράδυνση της ανάπτυξης και αδυναμία της συνολικής ζήτησης της οικονομίας να απορροφήσει τη συνολική προσφορά εργατικού δυναμικού. Η ανεργία αυτή έχει κυκλικό χαρακτήρα, δηλαδή επαναλαμβάνεται και η διάρκειά της εξαρτάται από τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου.
Εποχιακή Ανεργία: Είναι προσωρινή, επαναλαμβανόμενη κάθε χρόνο και οφείλεται στον εποχιακό χαρακτήρα ορισμένων δραστηριοτήτων (π.χ. γεωργία, τουρισμός).

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι στη Δυτική Μακεδονία μιλούμε για ανεργία ανεπαρκούς ζήτησης ή κυκλική ανεργία. Η κυριαρχία εδώ και δεκαετίες δύο βασικών κλάδων (εξόρυξη – παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τη μια πλευρά και γουνοποιία από την άλλη) δημιούργησε συνθήκες μονοδιάστατης ανάπτυξης κατά μήκος των αξόνων Κοζάνη – Πτολεμαΐδα – Αμύνταιο – Φλώρινα και Καστοριά – Σιάτιστα αντίστοιχα.
Η εισοδηματική ευημερία που προσέφεραν στην περιοχή οι δραστηριότητες αυτές (σταθερότητα εργασίας, υψηλές αμοιβές) ουσιαστικά ευνούχισε σε μεγάλο βαθμό οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική παραγωγική προσπάθεια στο μεγαλύτερο μέρος της Περιφέρειας.
Φυσικό επακόλουθο της επιλογής αυτής ήταν κατά το τέλος της ανόδου του οικονομικού κύκλου να εκδηλωθεί η κρίση και η κάθοδος, με κύριο αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και την περιοχή να επείγεται πλέον στη λήψη πρωτοβουλιών και μέτρων για να την αντιμετωπίσει. Η λαίλαπα της οικονομικής κρίσης ήρθε απλά και επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.


Τις συνέπειες της ανεργίας, οι οποίες είναι ορατές στην καθημερινότητα των κατοίκων, τις διακρίνουμε τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό και δημογραφικό.
Σε οικονομικούς όρους η ανεργία σημαίνει απώλεια παραγωγικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην παραγωγική διαδικασία, απώλεια εισοδήματος για τους ίδιους τους ανέργους και τις οικογένειές τους και επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού λόγω επιδομάτων ανεργίας που καλείται η πολιτεία να χορηγήσει στους ανέργους.
Σε κοινωνικό επίπεδο η ανεργία δημιουργεί σοβαρά ζητήματα κοινωνικής συνοχής στη χώρα και στις περιφέρειες και είναι εξαιρετικά επώδυνη για τον ίδιο τον άνεργο και την οικογένειά του αφού, εκτός από την έλλειψη πόρων διαβίωσης, μειώνει την κοινωνική του θέση και δημιουργεί προβλήματα αυτοσεβασμού και οικογενειακών τριβών.
Τέλος, σημαντικές είναι οι επιπτώσεις και στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των περιοχών, επειδή η ανεργία πλήττοντας περισσότερο τους νέους που προσπαθούν να μπουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας, τους αποθαρρύνει στο να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, λόγω έλλειψης εισοδήματος και αδυναμίας εξασφάλισης ανεκτών όρων διαβίωσης.    

Τα μέτρα που λαμβάνονται διεθνώς για την αντιμετώπιση της ανεργίας κινούνται σε δύο επίπεδα:
·      Σε πρώτο επίπεδο λαμβάνονται μέτρα αύξησης της συνολικής ζήτησης, δηλαδή ουσιαστικά μέτρα αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης και αντιστροφής της υφεσιακής πορείας. Αυτά στοχεύουν κυρίως στην αύξηση του Ακαθαρίστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου και είναι δύο ειδών, τα δημοσιονομικά και τα νομισματικά.

Ø Τα δημοσιονομικά μέτρα αφορούν κυρίως σε αύξηση των δαπανών για προώθηση - υλοποίηση δημοσίων επενδυτικών έργων και
Ø  τα νομισματικά μέτρα αφορούν στη μείωση των επιτοκίων και στη διευκόλυνση της πρόσβασης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας στα επιχειρηματικά κεφάλαια για την προώθηση των ιδιωτικών επενδύσεων.
Τα ανωτέρω μέτρα αύξησης της συνολικής ζήτησης μπορούν να οδηγήσουν μέσω των πολλαπλασιαστών εισοδήματος των επιμέρους κλάδων στην αύξηση του συνολικά παραγόμενου προϊόντος και μέσω των αντιστοίχων πολλαπλασιαστών απασχόλησης στη μείωση της ανεργίας.      
·     Σε δεύτερο επίπεδο λαμβάνονται μέτρα ενίσχυσης των ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω επαγγελματικής κατάρτισης, επανεκπαίδευσης και φυσικά μέσω λειτουργικής διασύνδεσης της εκπαιδευτικής κοινότητας με την επιχειρηματική, προκειμένου η παραγόμενη γνώση να δίνει ουσιαστικές απαντήσεις και λύσεις στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και των επιχειρήσεων.

Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται πλέον στο «και πέντε».
Η αντιμετώπιση της ανεργίας είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση και μπορεί να γίνει μόνο μέσω της εφαρμογής καθαρά αναπτυξιακών – επενδυτικών πολιτικών που οδηγούν σε βιώσιμες θέσεις εργασίας και όχι μέσω πολιτικών επιδότησης των ανέργων.
Η πολιτεία θα πρέπει να διευκολύνει την αναπτυξιακή διαδικασία μέσω της εφαρμογής ολοκληρωμένου προγράμματος ανάκαμψης της περιοχής, που να περιλαμβάνει την ενισχυμένη χρηματοδότηση (πολύ πέραν των προβλεπομένων από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας 2014-2020) δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων σε τομείς έξυπνης εξειδίκευσης της Δυτικής Μακεδονίας με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Αυτό το χρωστά η πολιτεία σε μια περιοχή που επί μια πεντηκονταετία και πλέον αποτέλεσε τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της χώρας και δεν είναι δίκαιο να μεταμορφωθεί περιοχή γερόντων μια τεράστια «τρύπα» περιστοιχισμένη από γκρίζες άγονες αποθέσεις.  
Ο ενεργειακός χαρακτήρας της Περιφέρειας μπορεί να διατηρηθεί, κάτω όμως από νέες βάσεις που δημιουργούνται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο με την αξιοποίηση τη πολύχρονης τεχνογνωσίας που αποκτήθηκε μέχρι σήμερα. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να αποτελέσει πανάκεια και αυτοσκοπό. Ο εμπλουτισμός του παραγωγικού συστήματος με νέες δραστηριότητες στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων και την αγροδιατροφή, στη βιομηχανία – βιοτεχνία, στις υπηρεσίες και τον τουρισμό είναι επιβεβλημένος αν θέλουμε να έχει μέλλον η περιοχή.